Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

ζήσε για μας



ποιές είναι όλες αυτές οι γυναίκες που πέρασαν πριν από μένα, αλλά είναι γραμμένες στο βράχο, ακόμα εδώ; ποιοί είναι όλοι αυτοί οι άντρες κι είναι το αίμα τους δικό μου; πόσες είναι; πόσοι είναι; ποιοί κι από που; και πόσο με διαμορφώσαν και ζωντανές οι μνήμες τους ορίζουν ακόμα μια συνεχιζόμενη οδύσσεια, τη δική μου οδύσσεια και κάθε που πατώ στεριά αυτοί κι αυτές με ξανασπρώχνουν μέσα;
είναι ένα το ταξίδι και χέρι με χέρι αδράχνουμε σκυτάλη στην ίδια πορεία; τσακίστηκε η σχεδία τους στο κορμί μας κι ευθύς αρχινούν να χτίζουν σκαρί;-να μην ησυχάσει ο άνθρωπος, αλλά να κινά, να κινά. είναι το κορμί αυτό ένα ρούχο; είναι ένα πανί; να το φυσά η ψυχή να φουσκώνει να κινά, να κινά; είναι τα χέρια μας πλεγμένα στης ίδιας κουπαστής τη σειρά τα δεσμά; μπήγουν τα νύχια τους δυνατά, στης σάρκας τα χαρτιά/ να χαράξουν την πορεία πριν χαθούν τα σημάδια μακριά; απ΄έξω πιάνω την αμυχή να εξέχει αδρή, νωπή, κατακόκκινη. απ΄τα σκοινιά
και μέσα τι;
πόσες φωνές, γυναικείες, αντρικές ζητούν το λόγο, πόσοι τραγουδούν;
ποιοί ήταν, πόσοι, πως πέρασαν κι από που;
ζούνε ακόμη τους νοιώθω να ζητούν
όλο ζητούν
το που δεν κατορθώσαν
να το επωμιστώ εγώ
ποιός είναι εγώ
άμα...
είμαι η σκυτάλη ή αυτή που την κρατά;
είναι ο δρόμος αδιαχώριστος, για εμάς
σε κάθε κύτταρο γραμμένος, μια υπόσχεση-
να ξαναγεννηθείς
να πράξεις αλλιώτικα
για εμάς, για όλους κι όλες εμάς που μας καταφρονέψανε
και νόθα μας φωνάζανε στη γειτονιά
ζήσε για μας, ζήσε για μας που πέσαμε σε μια στιγμή και δεν βρέθηκε στόμα να πει το άντε γειά
ζήσε για μας που ακουμπώντας ο γης τ΄αλλουνού κρατούσαμε ετούτο εδώ τον κόσμο
σφιχτά , γερά
να μη χαθεί
κι από κει ξεπεταχτήκατε σεις οι υπόλοιποι
ζήσε και πράξε στη μνήμη τη δική μας, θυμήσου
που κάθε βήμα μας σε κάθιζε ησυχασμένο, κι εμείς να περπατάμε, να περπατάμε
αιώνια βήματα ανθρώπινων προσπαθειών το να πάνω στ΄άλλο
για σένα, για σας
ζήστε τώρα, πράξτε για μας, πράξετε για τους επόμενους, στα δικά σας βήματα
να βρουν παρηγοριά
το δικό σας χέρι απλώστε, το δικό μας μαράθηκε στην ιστορία
από τόσα και τόσα στόματα που είπαν τα γεγονότα
μαράθηκε κι η αλήθεια
μα δεν ξεχάστηκε
γιαυτό ζήστε, πράξτε, θυμηθείτε
την αλήθεια με το αίμα μας σύραμε ως εσάς
για να τη δείτε
άλλο έργο δεν έχουμε να σας φιλέψουμε
είμαστε άστεγοι, είμαστε φτωχοί, είμαστε μικροί
ο ίσκιος μας φουντώνει απ΄την αλήθεια
κι έτσι αντέξαμε στις σπηλιές νύχτα μέρα
βγήκε η αλήθεια που αναθράφηκε στις σπηλιές
βγήκε στο φώς, βγαίνει πια, τόσο μετά
μην πετάτε πέτρες
δεν κλείνει η μπούκα της σπηλιάς
δε σιωπά
η αλήθεια έφυγε κι από μας
έφυγε κι απ τα δικά μας χέρια
κι όποιου η καρδιά πονά
την καρτερά
ξέρει πως όφελος δεν έχει περιμένοντας
αλλά στο δρόμο τη συναντάς
ζήστε, πράξτε, θυμηθείτε
βγείτε στο δρόμο και θα΄ρθει κι η χαρά
την είδαμε 
βγήκε
ακολουθούσε την αλήθεια
και τη λευτεριά.

 

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015

koutsomoura dream



να βγω κι εγώ σαν το ψαρά, σαν το ΄καρέκλες-τραπέζια, καρέκλες-τραπέζια΄, να διαλαλώ το όνειρο...
΄έχω ψάρι καλοοοόόό, έχω ωραία κουτσομούρα΄, ακούγεται στη διαπασών από το μεγάφωνο ο ψαράς της Παρασκευής, έχω ένα όνειρο, έχω ένα όνειροοοοόόόό, να βγω στο μπαλκόνι να φωνάξω, ένα όνειρο έχω, ελάτε να πάρετε, ελάτε να δοκιμάσετε, είναι καλοοοοόόόό, δοκιμάστε τη γαλήνη, δοκιμάστε την αγάπη, ελάτε, ελάτε να πάρετε, η δοκιμή είναι δωρεάν – φρέσκο και σήμερα, πάντα φρέσκο το όνειρο, έρχεται στην πόρτα σας, αρπάξτε την ευκαιρία, θα περάσει για λίγο, θα φύγει, ελάτε, πλησιάστε, δε δαγκώνει, είναι το όνειρο λαχταριστό, σπαρταριστό, μόνο να σηκωθείς από κει που κάθεσαι και να΄ρθεις χρειάζεται, έλα το όνειρο το καλόόόόό, πάρε γαλήνη, πάρε ειρήνη, πάρε καλή βούληση, πάρε συμπόνοια, ήρθαν στην πόρτα σου, πάρε, πάρε.
δε στοιχίζει, δεν κοστίζει, μα και τίποτα δεν είναι δωρεάν, δώσε μίσος πάρε αγάπη, καλή συναλλαγή, έλα πάρε πάρε, δώσε μου το θυμό σου να σου δώσω γαλήνη, αποδοχή, δώσε και μίσος να πάρεις ειρήνη, πάρε χαρά -δώρο του καταστήματος, ναι, τη χαρά δεν την πληρώνετε καλέ κυρία, πάει πακέτο με τ΄άλλα. αν μπαίνω μέσα που δεν την πουλάω; όχι καλέ, πάρτε εσείς απ΄τ΄ άλλα κι έννοια μου εμένα, όνειρο πουλώώώώώώ, δώρο η χαράάάάάά.
πιστέψτε με καλέ που σας το λέω, λίγο καιρό ν΄αρχίσετε να τα χρησιμοποιείτε, εμπιστευτείτε με, θα βγάζετε και μόνοι σας χαρά, θα δείτε, λίγο λίγο στην αρχή, κάνετε καλή επιλογή, καλή επένδυση, πάρτε γαλήνη, πάρτε αγάπη, θα ξαναπεράσω την άλλη Παρασκευή να μου πείτε, θα δείτε, θα βγει η χαρά, βγαίνει πάντα, μη μου ανησυχείτε, ούτε εμένα θα χρειάζεστε σε λιγάκι -αμήν!- δοκιμάστε, δοκιμάστε, μόνο η δοκιμή θα σας πείσει, όχι να σας πιάσω πελάτες, μια βοήθεια περιπλανώμενη τυλιγμένη στις εφημερίδες. μέσα είναι τ΄όνειρο. ανοίξτε τις, ξετυλίξτε όσο χρειάζεται, είναι για σας. δικό σας είναι!





φώτο: http://cliparts.co/fisherman-cartoon

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

αγελάδες και φαντάσματα




βαθύς στοχασμός, όμως διορθώνεται
το σύστημα
είναι δυνατό
να σε αφήσει να λυπηθείς;
υποφέρει
να σε φέρει 
στον ίσιο δρόμο
δρόμο ανάγκης
χανόμαστε
μη σπάς την αλυσίδα
όλοι κρατιόμαστε γερά
από μια ψευδαίσθηση
μη φεύγεις
μην εγκαταλείπεις, η αλυσίδα χαλαρώνει
σπάει, το μηχάνημα διαλύεται προσωρινά
ένας κόμπος, ένα μπλοκάρισμα
ποιος ευθύνεται;
        -ακούγεται θυμωμένα-
ποιος τολμάει;
είμαστε εδώ – είσαστε εδώ
κα-τα-λά-βε-τέ-το
τέλεια μηχανήματα στη δούλεψη του τίποτα
αισχρά παραπλανημένοι οι τέλειοι
υποτάσσονται στο μηδέν
δημιουργία φαντασμάτων
πατώντας σε πόνους υπαρκτούς
έτσι κλειδώνεται η αλυσίδα
έτσι φτάνουν και σκουριάζουν τα δεσμά
πάνω μας
μέσα μας
κυνηγώντας τα φαντάσματα
καλλιεργώντας το έρημο
απέλπιδα˙
           βλασταίνει; δε βλασταίνει.


παχιές ή ισχνές οι αγελάδες ξυπνάνε
κοίταξαν κάτω –πιο κάτω δεν είχε,
κοίταξαν πάνω, ώ ωραία όνειρα!
κοίταξαν μέσα.
Είδαν- βρήκαν- κατάλαβαν
και πόνεσαν με τον πόνο το λυτρωτικό
 _*!/κλαυσίγελος της λυτρωστιγμής, ένα αααααααχχχ!~~~
ένας αναστεναγμός
βαρύς
αλλά εξερχόμενος.
τώρα ξέρεις!
αδιάφορο το από δω και μετά 
– μη σε νοιάζει
άλλα φαντάσματα κρύβει και το πρέπει
απόφυγε τα!

(θυμήσου την αμνησία σου)
δεν είσαι οικόσιτο πλέον
είσαι στο δρόμο.






φώτο: http://moviesfilmsandflix.com/2014/03/27/johns-old-school-horror-corner-they-live-1988-featuring-bubble-gum-kicking-ass-cheese-dip-and-corporate-alien-takeovers/

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015

σ.β.

σπεύδεις βραδέως προς το φως/ κάνεις ότι μπορείς/ προσπαθείς/ κάθε στιγμή επιλογή/κάθε λεπτό/ βασανιστικό/ ήρεμα να παρατηρείς τον κουρνιαχτό/ σκόνης υπολλείματα παντού γύρω κρύωσαν ακόμη κι οι τοίχοι περιμένοντας/ τα έπιπλα σκεπασμένα και εκεί ˙είναι παλιά είναι σκονισμένα είναι εκεί, απλά καλυμμένα/ κι ανασήκωσες το σεντόνι/ πάνω εκεί κάθεσαι, αυτά τα μπράτσα αγκαλιάζουν τα χέρια σου, σε αυτά γραπώνονται και δαγκώνουν τα μαξιλάρια, σκόνη στυφή στο στόμα σου, γεύση υγρή από δεκάδες εκατοντάδων γενιές μέσα στους πόρους αυτού του υφάσματος, πλεγμένο πυκνά αδιαχώριστα, προσφερόμενο κάθισμα, κάθισες. κάτω από το σεντόνι, πάνω- λίγη η διαφορά, τη σκόνης τους τη μάζεψες, έτσι συνέβη σε κάθε αρχή. τα σημάδια από τα πόδια σου στη σκόνη του παρκέ ήταν σχεδιασμένη ήδη. μα δεν το ξερες. και καθόσουν καθόσουν αδιάφορα, ανέμελα νωχελικά κι η σκόνη σε φαγούριζε, σε τρωγε και δεν καταλάβαινες. άνοιξες ένα παράθυρο σε κάποια στιγμή, λίγο κάτι έγινε, όμως ήσουν ακόμη μες το δωμάτιο. και το παράθυρο μοιραία έκλεισε κάποια άλλη στιγμή κι όσες ριπές φρέσκου αέρα κι αν μπήκανε χάθηκαν αργά ή γρήγορα. η πνιγερή μυρωδιά ήταν πάντα εκεί. είναι πάντα εκεί. κι οι συνηθισμένες αισθήσεις δεν επαρκούν να την αντιληφθούνε. η καρδιά τα μυρίζεται αυτά μα κοιμάται υπνωτισμένη, ράθυμη κι αυτή. βαριά πνιχτή ινέρτια – ρίζωμα παλιό, στερεό. ο χρόνος τη θρέφει, τα στερεότυπα τη θρέφουν, οι ψευδαισθήσεις τη συντηρούν. Κι αυτή εκείνες. να σηκωθείς να βγεις από το δωμάτιο / περπατώντας αρχίζει να σου μυρίζει, μορφάζεις με αηδία – πως είναι δυνατόν να το ανέπνεα όλο αυτό, όλον αυτόν τον καιρό αναρωτιέσαι. Μην αναρωτιέσαι άλλο, στην πόρτα φτάσε. Βγες από εκεί αγέρωχα, σταθερά. Βάλε το δρόμο στόχο σου και συνέχισε, συνέχισε, συνέχισε. δεν ξέρω πόσο μακριά είναι ως την πόρτα, μπορεί ο δρόμος να είναι ζωντανός και να χει βούληση να μακραίνει. εσύ συνέχισε. εσυ-συνέχεια ως την πόρτα και παραπέρα. έξω.Έξω.


foto:wordpress.tokyotimes.org

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2015

ο χάρτης


να απέχεις πάντα από ιεροτελεστίες, τελετουργικά, δόγματα και ¨συνήθειες¨της ψυχής και του πνεύματος.

Μόνος να βγεις στα κύματα, μόνος να τιμονεύσεις.

Οι άνθρωποι θέλουν να΄χουν κάποιους να τους λένε. Τι να κάνουν. Πως να το κάνουν και πότε. Είναι ευκολότερο έτσι.

Γι αυτό γεμίσαμε στρατούς και υπαλλήλους.



Είναι βαθιά τα νερά.

Είναι ταραγμένα.

Με χάρτη κι οδηγίες χρήσης νοιώθεις την ασφάλεια που λαχταράς, κάθε που αγριεύουνε τα κύματα - Είναι αλλουνού χάρτης όμως. Άλλος έγραψε τις οδηγίες. Και του καθενός η καθοδήγηση που ΄ναι γραμμένη μέσα του μένει ν΄ακουστεί...μα πώς;

Δίνεις       ευκαιρία στις δικές σου δυνάμεις.

Εδώ και τώρα, εμπιστεύεσαι εσένα, τον κόσμο όλο, αυτό που Είναι, αυτό που Είσαι.

Αυτό.

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

η σούπα


http://www.dezeen.com/2014/04/12/chineasy-illustrated-characters-learning-chinese-noma-bar/

νοιώθειςπωςέχειςχάσειτηζωήσου
πως άργησες πως ξέμεινες
νοιώθεις πως πέρασαν οι ευκαιρίες χάθηκαν
κι ήταν αυτές οι ευκαιρίες που
χάνονται διαπαντώς
είναι οι ευκαιρίες που τις αρπάζεις μεγαλώνοντας
από παιδί ενήλικος, διαδοχικά
ομαλά, προτού γευτείς το στιφό μεροκάματο
προτού σπάσει η αθωότητα
προτού σπάσει η ελπίδα˙
νοιώθεις πως δούλεψες πολύ, αγάπησες πολύ, έκλαψες πολύ
για να πιστεύεις πια πως υπάρχει κάτι άλλο για σένα
εκεί έξω
τα  δέντρα είναι δέντρα, η ζωή ζωή, η δουλειά δουλειά
και κοιτάς τα δέντρα ζεις δουλεύεις
τι να ελπίζεις; τι να καρτεράς;
μια ματιά να ρίξεις στις πολυκατοικίες φτάνει
μια ματιά στους άλλους
στα δικά τους μάτια, στη δική τους τη ματιά...
μια γιγαντιαία σούπα προσδοκιών η ανθρωπότητα και σιγοβράζουμε στο ζουμί μας
άψητοι κι ανάλατοι
ωμοί
περιμένοντας
καρτερώντας
κάτι να συμβεί, κάποιος να σωθεί, να δείξει το δρόμο
και μετά μπλουμ κι αυτός μες στη σούπα
δε θέλουμε τελικά να σωθούμε, είναι ζεστά εδωμέσα
είναι γνωστά, χειροπιαστά
τι μας λέει αυτός ότι βρήκε εκεί έξω;
να σωθούμε; από τι;
η σούπα ποτέ δεν τελειώνει, ποτέ δε θα τελειώσει
θα μαστε παρέα, όλοι μαζί, χαρείτε
έτσι πρέπει να ναι σου λέω!

κι είσαι έξω, μόνος, κρυώνεις και καίγεσαι από τις πιτσιλιές των άλλων
της σούπας που δραπέτευσες πηδώντας
χτυπώντας στα χάλκινα σαν τρελός, γκρεμοτσακίστηκες να λευτερωθείς
και τώρα μόνος,
μόνος, μόνος, μόνος, μόνος, μόνος, μόνος
όσες φορές κι αν γραφτεί
όσες κι αν ειπωθεί, δε γίνονται πολλοί
πάλι μόνος νοιώθεις
κι είν η ελευθερία η φωτιά κι η μοναξιά σου τα ξυλαράκια της
και λες
δεθατηναφήσωνασβήσει, δενμπορώ
προτιμώνακαώ
προτιμώ να καώ


Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

χειμώνας


https://bensonkua.wordpress.com


  μέσα απ΄το παράθυρο
άσπρο θαμπό γκριζωπό με γαλάζιο του χειμώνα
ανάμεσα από κλαδιά ξερά, γυμνά
απλοποιημένα
γδύνεται η φύση τα στολίδια της
γδύνεται να τη δεις – να την συναισθανθείς
κρύο το κλαδί, το καταλαβαίνεις
αυτό σου ψιθυρίζει στ΄αυτί με το παγωμένο βοριά
την ερημιά, τη μοναξιά, κοίτα καλά
είναι κι αυτά
εργαλεία, σπαθιά
κοίτα λίγο πιο καλά...
με γκρίζο χρώμα ντυμένα και τα πουλιά
τ άλλα τα εξωτικά έχουν πετάξει μακριά
με ποιούς είσαι τώρα; ποιός είσαι τώρα;
σκέφτεσαι την πτήση;
χρώματα ζεστά; φύλλα στα κλαδιά;
κοιτάς καλά...;
η θάλασσα άγρια, αλλιώτικα μιλά
δεν μπαίνεις, δε βουτάς, δεν ταξιδεύεις
δες τα κύματα
κατάλαβε καλά.
κάθε της στριφογύρισμα
σε φέρνει πιο κοντά...
αν δεν πνιγείς
συνέχισε, προχώρησε 
λίγο πιο χαμηλά
εκεί που φύτρωναν φυτά
χιόνι τριζοβολά
λάσπη, πέτρες, υγρό και κρύο χώμα
κατάλαβες ή ακόμα;
δεν ακούς, το ποτάμι σταματά
πάγωσε στο ρέμα του κι αυτό ΄σένα κοιτά
δε σιγομουρμουρά, κάνει άλλη δουλειά
ολόκληρο σου δείχνει
την αρχή και το μετά
θα λιώσει και θα αρχίσει να κυλά και να μιλά
ξανά
πάλι θα σε ρωτήσει,
κατάλαβες τίποτα;

έβαλα μια μάινα
στο παράθυρο, σιμά
και κάθε πρωινό κράζει μου σοφά:
¨όλα ρευστά, όλα ρευστά
όλα παροδικά¨

χαμογελώντας κατάλαβα και το χειμώνα πιά...