Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018

η αδύναμη δύναμη


είμαι τόσο αδύναμη, φοβισμένη, ανασφαλής
τόσο τρομαγμένη μπρος στη θέα του έρωτα
που -νοιώθω πως- κόντρα σε κάθε λογική ανάλυση και σκέψη
παραδίνομαι ολότελα στην ανημποριά αυτή
στο μυστήριο, στο χάος, στο αβέβαιο
άοπλη κι απροετοίμαστη, ταπεινωμένη και δίχως πανοπλία
και
ακριβώς η παράδοση αυτή με γεμίζει δύναμη, με οπλίζει, με κρατά.

δίχως δίχτυ ασφαλείας, βαδίζοντας καταπάνω σε αυτά που πονούν
ξεσκεπάζεις, ρίχνεις φως στα κίνητρα και στους φόβους σου, ξεγυμνώνεις τα
«αγαπητικά σου συμβόλαια», τις συμφωνίες που κάνεις εσύ ο ίδιος για να αποδεχτείς να παίξεις το παιχνίδι της αγάπης
για να σου επιτρέψεις να πονέσεις αν χρειαστεί.

αδυναμία και ταπείνωση.
η ίδια αυτή η ταπείνωση που ψιθυρίζει το όνομα της αγάπης
και δειλά δειλά καταδεικνύει το αξιοκατάκτητο ψηλό της μετερίζι
έναντι των ψεύτικων κατακτήσεων, των βεβαιώσεων που θέλει ο εγωισμός

η παράδοση σε κάτι που σε υπερβαίνει εξωφρενικά και δε γίνεται να ορίσεις
να σκαρφαλώνεις στο μετερίζι αυτό σαν αετοφωλιά
και κυριολεκτικά να κινδυνεύεις στιγμή τη στιγμή να γκρεμοτσακιστείς
αψηφώντας την άβυσσο που παραμονεύει
γιατί ξέρεις πια , ύστερα από τόσες και τόσες πλάνες
είναι άλλος και μεγαλύτερος ο κίνδυνος,
αυτός που φωλιάζει ναρκισσιστικά κι αυτάρεσκα μέσα σου
σαν ένα τεράστιο στόμα  που γυρεύει να σε καταπιεί, να σε γεμίσει θέλω
και παράπονα, να θρέψει τον εγωισμό, την αλαζονεία, 
τη μάταιη «νίκη» πάνω στον άλλο
αυτό το βάραθρο που θα σε καταπιεί τελικά, αυτός ο γκρεμός που θα σου στερήσει
την αγάπη -και την ελευθερία που μόνο η αγάπη φέρνει.

η αδυναμία,
που δε γυρεύει να δει έργα και επιθυμίες ικανοποιημένες για να εφησυχαστεί
μα, πιο πλατιά καρδιά, που να χωράει κι άλλα, καινούργια και πιο δύσκολα
αυτή σε ωθεί να σκαρφαλώσεις κι άλλο και πιο ψηλά,
να συνεχίσεις.

αφουγκράζομαι αυτήν την αδυναμία και με γεμίζει θάρρος
γιατί θυσιάζεται, όχι πια από την αγωνιώδη αναζήτηση της αποδοχής
και της σαγήνης του άλλου
μα από την απίστευτη παραδοχή, πως έτσι είναι.
αγάπη και θυσία χέρι χέρι.
άνοιγμα, πλάτεμα, άφημα
κόντρα στον έλεγχο και στην αυτοδικαίωση του εγωισμού που θέλει αποδείξεις
κόντρα στην κυριαρχία επί του άλλου, ή στην ψευδαίσθηση ότι τάχα αυτό γίνεται.

ναι, η αδυναμία κι ο φόβος που αναγνωρίζεται γεννά τη δύναμη!
η θυσία που δεν αποσκοπεί σε ανταπόδοση μα είναι στάση ζωής, προσφέρει λύτρωση!
κι έτσι ο τελευταίος γίνεται πρώτος –μα όχι για να γίνει πρώτος.
μα γιατί έτσι ορίζουν οι νόμοι που φτιάχτηκε ο άνθρωπος.
η μ. βαμβουνάκη λέει «έχεις μονάχα εκείνο που δίνεις»
κι αν δίνεις αγάπη και χώρο, σεβασμό και συμπόνια;
δε σημαίνει ότι τα έχεις ήδη για να μπορείς να τα δώσεις;
κι ενώ τα… γυρεύεις στο άλλο πρόσωπο, είναι ακριβώς εκεί, μέσα σου που
πηγάζουν και περιμένουν εσύ να τα ενεργοποιήσεις –δίνοντας τα, προσφέροντας τα-
κι έτσι να σε κατακλύσουν…
από τα μέσα προς τα έξω θρέφονται τα συναισθήματα της αγάπης

πόσο πια ακόμα θα γυρεύουμε στον άλλο αυτό που μας λείπει εμάς;









Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2018

ερχόμενος


δαχτυλικά αποτυπώματα
σταυρικής θυσίας
στις τέσσερις άκρες ενός σταυρού
υπερ περισσεύει χάρις

γραμμές κάθετες κι οριζόντιες
συστήνουν ένα μέσον, στο μέσον
ολόδροση Πηγή Ζωής
αναβλύζοντας αίμα και σώμα

βαρύ φορτίο, ελαφρύ έγινε
και το όμοιο καλεί το όμοιο
να γιορτάσουν τη Νίκη!
πατώντας ο ερχόμενος, φεύγεις ανυψωμένος

μια κλήση, ένα σήμα, εκπέμπει
ολοκληρώνει τις ανερμήνευτες γραφές, τα έσω μυστήρια
σα διαβάζεις όλα τα γύρω και ξεχνάς τον κώδικα που γράφτηκες
δε θα γίνεις ποτέ σωστά

το μήνυμα ήρθε κι ακούγεται πρώτο
μα ο κώδικας σου προϋπήρχε, με το κάλεσμα συμπληρώνεται κατά πως ορίστηκε/
αγνοώντας της φύσης σου το Όλον, είσαι λειψός
αγνοώντας και το μήνυμα, χαμένος.

η υποτείνουσα της ύπαρξης σου στέκεται αντίκρυ στην ορθή ψυχή σου
ξέρεις;

ολόκληρο σχήμα ποτέ δε θα σταθείς, σαν αγνοείς πάλι και πάλι
την υποτείνουσα αυτή που σε καλεί.


άθροισε και τις κάθετες και τις οριζόντιες πλευρές που σου δόθηκαν
ώστε να αναχθείς στον εαυτό σου. 

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2018

νταντ


τα μάτια μου τρέχουνε, δάκρυα ανέλπιστα κυλάνε δίχως προσπάθεια και δίχως βιασύνη, από πού έρχονται όλα αυτά τα δάκρυα…;
κοιτώ από το παράθυρο του σπιτιού των γονιών μου, τον πατέρα μου μόνο. κάθεται μπρος σε μια ανελέητη οθόνη, μιλώντας πότε πότε μόνος του, σαν να απαντάει θαρρείς στα πρόσωπα της οθόνης, μα είναι ολομόναχος.
πάντα ήταν.
μόνος κι από γονείς, μόνος κι από φίλους, κανείς δεν τον κατάλαβε, μα ούτε κι ο ίδιος τον ίδιο του τον εαυτό. το που μπορούσε να φτάσει μα κυρίως το που μπορούσε να κατρακυλήσει.
ούτε τα παιδιά του τον κατάλαβαν κι έσπειρε όση αγάπη κάτεχε πάνω σε χέρια φοβισμένα και μάγουλα υγρά από τις τιμωρίες και τις φωνές…

η καρδιά του χτυπούσε πάντα για τον άλλον. δεν έμαθε τον τρόπο να ξεπεράσει τους εσωτερικούς του εχθρούς και να τον πλησιάσει, αυτόν τον άλλον που πάντα ήθελε να περιποιηθεί, να φροντίσει, να νοιαστεί…

κι έτσι απόμεινε μόνος του. κι από τον ίδιο του τον εαυτό αποκομμένος μα κι από όλους εμάς. άνθρωποι όλοι μας εγωπαθείς, εγωκεντρικοί.  πώς να καταλάβεις εν-συναισθητικά και ειλικρινά τον πόνο του άλλου, τον τρόπο του άλλου! άντε να συγχωρήσεις, άντε να υπερβείς…
μα δε ρίχνω κατηγορίες ούτε η διάθεση μου είναι να κατακρίνω. ότι έγινε έγινε πια/

αυτό που μου δίδαξαν τα δάκρυα που κυλούν ανεξέλεγκτα θέλω να πω.
αυτό που κατανόησα.

πονάω όχι από την αγάπη που δεν πήρα μα από την αγάπη που δεν έδωσα.
την αγάπη του παιδιού προς τον πατέρα του. της κόρης προς τον μπαμπά της.

και δεν την έδωσα, γιατί φοβόμουν κι απομακρύνθηκα. τόσο απλά.
μου πήρε σαράντα χρόνια να το καταλάβω και να κλάψω γι αυτό, να πενθήσω, να θρηνήσω κι ύστερα, απαλά απαλά να το αφήσω πίσω μου, τόσο διακριτικά όπως ακουμπάς ένα νεογέννητο πουλάκι πίσω στη ζεστή φωλιά του, λες και δε με διέλυε τόσα και τόσα χρόνια το συναίσθημα αυτό. λες και δεν υπήρξε -η απουσία αυτή- ένα στόμα ορθάνοιχτο που με κατάπινε…
μα βλέποντας το, καταλαβαίνοντας το, διαλύθηκε εκείνο! έφυγε, εξαφανίστηκε σαν αέρας, αφήνοντας μου την υγρασία στα μάγουλα, όχι από κλάματα φόβου πια μα ελευθερίας.

ωρίμασα να σε κοιτώ μπαμπά και να σε περιμένω να καταλάβεις. σκάφτηκα και σμιλεύτηκα να περιμένω να ΄ρθεις. διαλύθηκα και στέγνωσα να μισώ και να θυμώνω.
κι ήρθε η στιγμή αυτή η στιγμή η ποθητή, (μια ζωή ποθητή) να σε κοιτάξω όπως ποτέ άλλοτε , μες τα μάτια σαν παιδί σαν γυναίκα σαν κόρη, σαν άνθρωπος! και να σου πω
               
μπαμπά,  σε αγαπώ.

τώρα,
μπορώ να έρθω και να σου το πω.









photo by: short film 'father and daughter' by Michael Dudok de Wit


Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018

μόνο μέσα

το άνθρωπο-τέρας, αγαπά δίχως να συγχωρεί
διασκεδάζει δίχως να χαίρεται
κοινωνεί δίχως σώμα αλλότριο
και του αρέσει

το άνθρωπο-τέρας αυτοδικαιώνει τις πράξεις του πάντα
ως να πεθάνει ευτυχισμένο
-έχει μάθει τα πρώτα του βήματα
στις λεωφόρους που οδηγούν εγωικά προς δικήν του δόξαν.

αυτό το πλάσμα, το άνθρωπο-τέρας
κατασπαράζει τον ίδιο του τον εαυτό- έτσι τρέφεται.
η θυσία είναι δική του,
μα δεν το γνωρίζει.
κάθε μέρα απαιτεί την τροφή του, ζητά την προσφορά και κάθε μέρα
τρώει τις σάρκες τις δικές του.
αγριεύει και βροντοφωνάζει, σείει τα τείχη, ως για να τα κλείσει πιο σφιχτά
-κανείς να μην το δει να κατατρώγεται.

βαθιά στο σκοτάδι ζει
το άνθρωπο-τέρας, μα
ούτε αυτό το ξέρει.
και στολίζεται πάνω του το ψέμα, γυαλίζεται να εντυπωσιάσει
έστω κι αμυδρά εσχάτως τα όποια ψήγματα θιγμένου εγωισμού.

πρέπει να κοιμηθεί ησυχασμένο το τέρας. το βράδυ να έχει θάψει και 
τα κάρβουνα της θυσίας και τα κομμάτια της σάρκας του.

γιατί το τέρας έχει ΠΑΝΤΑ δίκιο.
και κανείς δεν αγαπά το τέρας περισσότερο από το ίδιο. Δεν πιστεύει
πως υπάρχει άλλος κανείς να το αγαπά
και στο κάτω κάτω
τι είν’ η αγάπη δε θέλει να γνωρίζει. του αρκεί η αυτοδικαίωση

έτσι ζει το τέρας και ξέρει
-να κοιτάει δίχως να ακούει και να μιλάει δίχως να νοιώθει
και
-να προσπαθεί δίχως πίστη και να χάνει δίχως όφελος.

μοναχικό, αγριεμένο, πλανεμένο τόσο γνώριμο άνθρωπο-τέρας
να σου πω κάτι;
δαγκώνεις γιατί φοβάσαι, …όμως
δεν κινδυνεύεις από κανέναν.
δεν υπάρχουν τέρατα εκεί έξω.



μόνο μέσα.



Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

βραδυνή παράκληση



ο εφεστώς της ταλαιπώρου μου ζωής
με καταλαβαίνει
δε μου θυμώνει, δε μου μουτρώνει που αδιάκοπα
τον ε-λυπώ
κι ας γνωρίζει κάθε μα κάθε μικρή λεπτομέρεια κάθε
κατά-ντροπιαστικής πράξης και σκέψης μου
κατά-λ-αβαίνει

ένα αδηφάγο κενό τέρας το μέσα μου να κατά-σπαράξει
καταισχυνθήκανε οι  ζητούντες
μα έμειναν τα σημάδια
ίσως και να άλλαξαν την πορεία /ίσως και να, ίσως και ν-α




μέσα απ τα εύγε πρέπει να ξεφύγω
μέσα από τη φιλαρέσκεια Κύριε
πέφτει το σκοτάδι πάνω μου Κύριε
πέφτει και το παραπανίσιο φως
πλάνης προβολείς τυφλώνουν με
praise or blame, just the same
σιγο-μουρμουράω
ποιος να με καταλάβει;

λες αυτός να λείπει από τις εσχατιές της υπάρξεως μου;
ο Ακροατής;
  που θα μετατραπεί σε Θαυμαστής
  και θα ονομαστεί Λυτρωτής;
βοήθεια Κύριε, μη χρονίσεις
κατρακυλώ σαν τη βροχή, πλημμυρίζω κι υπερχειλίζω πάθη
βοήθεια
κι ο ανακουφισμός στην προσευχή τρέχει

κανείς τίτλος για το άδικο, κανείς τίτλος για το άτιμο
κι ακατανόμαστα τριγυρνούν και κάνουν πλιάτσικο
μέσα μου

τα έργα των χειρών σου μη παρίδης
με ξέρεις, είμαι εγώ, αυτό το τίποτα, η κλωστή η έτοιμη να κοπεί
και κατακρημνίζομαι να σκέφτομαι σα γίνει μίτος και φτάσει ως Εσέ
πώς να Σε δω;
εσύ μου ρίχνεις το νήμα

όσο ετοιμόκοπο τόσο ετοιμόσωθο.

σαράντα χρόνια κόβω
και με τρώει το τέρας
άρπα με να βγω
και να ΄ρθω να σε βρω

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2018

πρόσφορο









ζυμωμένο με νερό και λάσπη,  ανάκατο πάντρεμα του πολύτιμου με το ελαχιστότατο
πήρα το σχήμα, στρογγυλό ως να κυλάω πλάι σου
ελεύθερα να μπω στις υψικαμίνους  των αποφάσεων μου, να γίνω, να τελειωθώ

με άγιασμα ραντίζοντας με εξιλεώνομαι- κι έτσι δε θα καώ
με τη σφραγίδα σου, κέντρο κέντρο, εκεί πάνω ακριβώς από το μέρος της καρδιάς
δηλώνεις πως προσφέρομαι
-φτιάχτηκα για να προσφέρομαι-
και πιάνει η σφραγίδα σου αυτή, όλη μου την περίμετρο και χώρος κενός μόνο 
αν με γυρίσεις ανάποδα, αν με τουμπάρεις.

εκεί από κάτω στο καμένο σημείο που απομένει μοναχό, δίχως σφραγίδα και δίχως αγιασμό, εκεί στην μοναξιά αυτή 
στο ένα κομματάκι ζύμης φθαρτής 
υπάρχω δίχως μου δηλαδή δίχως Σου 
κι είναι το κομματάκι αυτό μέρος του όλου αναγκαστικό 
-ότι θυμίζει του πρόσφορου τη σύνολη φθαρτότητα

ας έχει σφραγίδα κι ας έχει αγιασμό, σε μια στιγμή θρύβεται και μαδάει ολόκληρο το πρόσφορο, γεμίζει δυο χούφτες ψίχουλα -ευλαβικά για σένα.
τα σα εκ των σων ήταν πάντοτε και πάντα θα είναι.

Ακόμα κι εκείνο το κομματάκι, το μόνο του, το απερίσκεπτο το ξεροκέφαλο το αλύγιστο στην ατέρμονη επανάληψη θλιβόμενο, κι εκείνο στην έσχατη στιγμή, θα χαθεί μες τα άλλα ψίχουλα και σύσσωμη η ψυχή, αινήσει Σε δίχως το δισταγμό. 
αυτό το δισταγμό που κρατάει πονετικά το πρόσφορο μακριά Σου.


Δευτέρα 6 Αυγούστου 2018

μεταμόρφωση




























Κοιτάω ψηλά, μα κοιτάω μέσα. Εκεί, εσωτερικά γνωρίζω κάθε Αλήθεια και τη βλέπω να ρέει. Την ακολουθώ.
Αγγίζω το στήθος μου ν' αφουγκραστώ το χτυποκάρδι. Γνωρίζω πως όλα όσα δε βλέπω, ορίζουν τη Ζωή.
Κι ας ακραγγίζω το θάνατο στιγμή τη στιγμή, η Αλήθεια μου μιλάει για την Αγάπη.
Εμπιστεύομαι και τάσσομαι πλάι της. Τη γνωρίζω!
Την ανυπέρβλητη, πάντα νικήτρια, πανταχού παρούσα- ρέουσα αφθονία κι έλεος- Αγάπη.
Πολεμώ στο όνομα Της. Κοινωνώ με τα πρόσωπα, αέναη μαθήτρια. Kαι πολεμίστρια. 
Για την Αγάπη -προχωρώ.       
                        Άκου αδελφή μου το χτυποκάρδι μου.
     (Έτσι)           Ζω.










φώτο: The Penitent Mary Magdalene, El Greco